Κριτικές Προσεγγίσεις του Ναζιστικού Φαινομένου

Του Άγγελου Παληκίδη

Σε μια εποχή που ο ναζισμός είτε αναβιώνει απροκάλυπτα είτε προβάλλεται κεκαλυμμένα με τις μορφές του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, του αντισημιτισμού, της ανοχής ή της δικαιολόγησης της βίας και του μίσους, η ελληνική σχολική εκπαίδευση παρουσιάζεται αδύναμη να ανταποκριθεί στις θεμελιώδεις καταστατικές της υποχρεώσεις. Οι εκπαιδευτικοί –ουσιαστικά ανεκπαίδευτοι στη διαχείριση επίμαχων και επίκαιρων ιστορικών φαινομένων- βλέπουν με αμηχανία τη ναζιστική ιδεολογία να γοητεύει τους μαθητές τους και αισθάνονται αδύναμοι να αντιδράσουν μεθοδικά, τη στιγμή που οι επίσημοι εκπαιδευτικοί φορείς επιδεικνύουν ασύγγνωστη αδιαφορία.


Σήμερα βιώνουμε σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο τις οδυνηρές επιπτώσεις των χρόνιων αδυναμιών της παιδείας μας γενικότερα και της ιστορικής μας εκπαίδευσης ειδικά. Με υποτυπώδη ιστορική συνείδηση και παροντιστική αντίληψη, με μια άγνοια που συχνά κάνει ακόμη και το προφανές να μοιάζει με πρωτοφανές, αισθανόμαστε ανίκανοι να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε ορθολογικά όσα συμβαίνουν γύρω μας –γι’ αυτό και ανασύρουμε κάθε τόσο από το συλλογικό υποσυνείδητο και στιλβώνουμε στερεοτυπικά σχήματα του παρελθόντος. Αυτές οι αδυναμίες, ασύγγνωστες για πολιτισμένες κοινωνίες που προσφέρουν εννεαετή ή δωδεκαετή εκπαίδευση (για να μη συνυπολογίσω και την ακαδημαϊκή εκπαίδευση που δυστυχώς δεν έχει κι αυτή να επιδείξει θεαματικές προόδους στον τομέα αυτό), καθιστούν την κοινωνία μας εύκολα χειραγωγούμενη, έκθετη στην προπαγάνδα που παράγουν ή αναπαράγουν άλλοτε κύκλοι της κυρίαρχης εξουσίας και άλλοτε ακραίες ομάδες, οι οποίες έταξαν στον εαυτό τους το νοσηρό καθήκον να κρατήσουν ζωντανούς τους πιο οδυνηρούς εφιάλτες που βίωσε ποτέ η ανθρωπότητα. Πόσο, άραγε, ιστορικά εγγράμματοι μπορεί να είναι όσοι χωρίζουν τους λαούς σε αγαθούς και σατανικούς, όσοι γοητεύονται από τη ρητορεία του ναζισμού και του φασισμού, όσοι ασπάζονται τις θεωρίες του μίσους, όσοι επικροτούν ή ανέχονται την τυφλή και ωμή βία εναντίον αδύναμων και ανυπεράσπιστων μεταναστών;

Ο Μ. Χάλτερ λέει: «Ο Χίτλερ μπορεί να έχασε τον πόλεμο στο πεδίο της μάχης, αλλά στο τέλος κάτι πέτυχε. Αφού ο άνθρωπος του εικοστού αιώνα δημιούργησε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και αναβίωσε τα βασανιστήρια, δίδαξε στους ομοίους του ότι είναι δυνατό να κλείσεις τα μάτια μπροστά στις συμφορές των άλλων». Ίσως να έχει δίκιο· υπάρχουν εγκαταλειμμένα παιδιά, σφαγμένοι πολίτες, αθώοι στις φυλακές, μοναχικοί γέροι, μεθυσμένοι στα κανάλια, τρελοί στην εξουσία. Μπορεί όμως και να μην έχει καθόλου δίκιο· υπάρχουν οι πολεμιστές του φωτός. Και οι πολεμιστές του φωτός δεν δέχονται ποτέ αυτό που είναι απαράδεκτο. Paulo Coelho, Το εγχειρίδιο του Πολεμιστή του Φωτός

Ένα μεγάλο λοιπόν μερίδιο ευθύνης έχει η ιστορική εκπαίδευση στη χώρα μας. Δεν θα αναφερθώ εδώ στις χρόνιες δομικές αδυναμίες του εκπαιδευτικού μας συστήματος, οι οποίες λίγο ή πολύ είναι γνωστές σε όλους. Θα σημειώσω μόνο ορισμένες κρίσιμες παρατηρήσεις που αφορούν στην προσέγγιση και ανάλυση του ναζιστικού φαινομένου στα εγχειρίδια ιστορίας της σχολικής εκπαίδευσης:

1. Ειδικά στα εγχειρίδια της ΣΤ΄ Δημοτικού και της Γ΄ Λυκείου ο Ναζισμός δεν προσεγγίζεται πολιτικά, αλλά εθνοκεντρικά. Η εθνοκεντρική θεώρηση προτάσσει την εθνική ταυτότητα των εμπολέμων και υποβαθμίζει ή αγνοεί τα ιδεολογικά δόγματα που καλλιέργησαν συγκρουσιακό κλίμα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, οι αντίπαλοι να γίνονται αντιληπτοί πάνω απ’ όλα ως Ιταλοί και Γερμανοί και όχι ως φασίστες ή ναζί. Μέσα σε αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο ο ναζισμός υποβαθμίζεται στην ουσία του και το γερμανικό έθνος δαιμονοποιείται διαχρονικά. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος γίνεται αντιληπτός υπό το τυπικό πρίσμα του ιστορικισμού, δηλαδή ως μέσο εδαφικής επέκτασης ή παγκόσμιας κυριαρχίας του γερμανικού εθνικού κράτους. Άλλωστε, ακόμη κι αν δεν δηλώνεται (προφανώς) κάτι τέτοιο στις σελίδες των σχολικών εγχειριδίων, στην ενιαία αφήγηση έχει προηγηθεί ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ένας πόλεμος που είχαν προκαλέσει και πάλι οι Γερμανοί. Είναι φανερό ότι επικαιρικές αντιλήψεις, ευρέως διαδεδομένες στο δημόσιο χώρο, που θέλουν τη σημερινή Γερμανία να πετυχαίνει με οικονομικά μέσα ό,τι δεν κατόρθωσε στο παρελθόν με στρατιωτικά μέσα, εκπορεύονται από ανάλογες εθνοκεντρικές θεωρήσεις. Ουσιαστικά οι μαθητές δεν μαθαίνουν τι είναι Ναζισμός και Φασισμός, γι’ αυτό και δεν αντιλαμβάνονται τι απ’ όσα συμβαίνουν σήμερα γύρω τους είναι ναζιστικό και φασιστικό. Δεν συνειδητοποιούν ακόμη ότι οι ιδεολογίες αυτές δεν είναι εθνικές και, ως εκ τούτου, ότι πολίτες οποιασδήποτε εθνικότητας θα μπορούσαν να τις ασπαστούν, αν συνέτρεχαν ορισμένες προϋποθέσεις. Ας μη ξεχνάμε εξάλλου την πρωθυπουργική δήλωση ότι «οι Έλληνες δεν είναι ναζί».

2. Αυτό που πραγματικά εκπλήσσει δυσάρεστα είναι η ερμηνευτική προσέγγιση της Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου. Ειδικά στο εγχειρίδιο του Δημοτικού, που είναι και το πιο πρόσφατα συγγραφέν (διανύουμε το δεύτερο χρόνο κυκλοφορίας του), όχι μόνο δεν γίνεται καμιά αναφορά στα φασιστικά χαρακτηριστικά του μεταξικού καθεστώτος, αλλά φαίνεται να δικαιολογείται η πρωθυπουργοποίηση του Μεταξά από τον Γεώργιο Β΄ και η πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας, αφού εμφανίζεται ως η αναπόφευκτη κατάληξη μιας περιόδου πολιτικής και κοινωνικής αστάθειας και κρίσης της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: «Κατά το Μεσοπόλεμο η Ελλάδα ταλανιζόταν από εσωτερική πολιτική αστάθεια. Τα πολιτικά κόμματα εναλλάσσονταν συχνά στην εξουσία, ενώ δεν έλειψαν τα πραξικοπήματα που οργάνωναν αξιωματικοί του στρατού (…) Καθώς τα πολιτικά κόμματα έριζαν μεταξύ τους και στη χώρα επικρατούσε κοινωνική αναταραχή που εκφραζόταν με πορείες, διαδηλώσεις και απεργίες, ανέλαβε την εξουσία ο υπουργός των Στρατιωτικών Ιωάννης Μεταξάς» (σελ. 201). Αν ληφθεί ταυτόχρονα υπόψη ότι στη συνέχεια ο Μεταξάς εξαίρεται για τους διπλωματικούς του χειρισμούς, τις στρατιωτικές του ικανότητες και τη διορατικότητά του, η επικαιρική ανάγνωση του κειμένου μπορεί εύλογα να οδηγήσει τους μαθητές στην αμφισβήτηση του δημοκρατικού πολιτεύματος και στην επίκληση πραξικοπηματικών «λύσεων» - κατεξοχήν συστατικά στοιχεία της ρητορείας της σύγχρονης φιλοναζιστικής (και όχι μόνο) ακροδεξιάς: και σήμερα παρατηρείται πολιτική αστάθεια και δυσλειτουργία των δημοκρατικών θεσμών και σήμερα γίνονται κοινωνικές αναταραχές, «πορείες, διαδηλώσεις και απεργίες».

3. Η ιδεολογική ταύτιση των εγχειριδίων της ΣΤ΄ Δημοτικού και Γ΄ Λυκείου διαπιστώνεται και στην αναπαραγωγή των εθνικών και υπερεθνικών μύθων που διαμορφώθηκαν στο μεταπολεμικό κόσμο για το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στις αφηγήσεις των δυο εγχειριδίων δεν γίνεται καμιά αναφορά στις δωσιλογικές κυβερνήσεις, ακόμη και σε αυτήν του Τσολάκογλου, ούτε στις ελληνικές φασιστικές οργανώσεις και στα Τάγματα Ασφαλείας. Ο μύθος της πανεθνικής αντίστασης στους κατακτητές επιστρατεύεται αφενός για να καλλιεργήσει κλίμα εθνικής ομόνοιας και αφετέρου για να τονίσει τη συμβολή της Ελλάδας στη νίκη των συμμαχικών δυνάμεων εναντίον του Άξονα. Σε αυτό το ιδεολόγημα η εθνική αντίσταση σε μεγάλο βαθμό αποπολιτικοποιείται, απογυμνώνεται από τα κοινωνικά και πολιτικά της αιτήματα και διευρύνεται περιλαμβάνοντας, εκτός από τις λαϊκές αντιστασιακές οργανώσεις, την «εξόριστη ελληνική κυβέρνηση» της Μέσης Ανατολής, το βασιλιά, ό,τι είχε απομείνει από τον ελληνικό στρατό – και όλους αυτούς με τη συνεχή συνεργασία και καθοδήγηση των Βρετανών.

4. Αντίστοιχα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο προβάλλεται ο μύθος της καθολικής αντίστασης των κατακτημένων ευρωπαϊκών λαών στο Ναζισμό. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο μύθος της καθολικής αντίστασης στο Ναζισμό αποτελούσε τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα (και σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί ακόμη) κρίσιμο δομικό συστατικό όχι μόνο της επίσημης μνήμης κάθε ευρωπαϊκού λαού ξεχωριστά, αλλά, κυρίως, του ιδρυτικού μύθου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ευρωπαϊκή συλλογική συνείδηση έχει συγκροτηθεί πάνω στις αρχές και τις αξίες του φιλελευθερισμού και της δημοκρατίας και ανάγει τις ιστορικές της καταβολές στο Γαλλικό Διαφωτισμό, την Αναγέννηση και την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα. Απέναντι στη νεοπαγή αυτή συλλογική ταυτότητα δεν μπορούσε παρά τα τοποθετηθεί η σκοτεινή πλευρά του πρόσφατου ευρωπαϊκού παρελθόντος, δηλαδή οι ολοκληρωτικές ιδεολογίες που γεννήθηκαν στις ιδιόμορφες συνθήκες του Μεσοπολέμου, ο Φασισμός και ο Ναζισμός. Στο μύθο της καθολικής αντίστασης των ευρωπαϊκών λαών είναι προφανές ότι αναγνωρίζονται εκτροπές και εξαιρέσεις, οι οποίες όμως δεν θα μπορούσαν να απειλήσουν τον κοινό κανόνα του ευρωπαϊκής δημοκρατικότητας και του ανθρωπισμού. Και σε αυτό το επίπεδο, στα ελληνικά σχολικά εγχειρίδια εξακολουθούν να αναπαράγονται όχι μόνο ο συλλογικός ευρωπαϊκός μύθος, αλλά και οι αποσιωπήσεις ή οι επιμέρους εθνικοί μύθοι, όπως αυτοί της Αυστρίας και της Γαλλίας, παρά το γεγονός ότι στις χώρες αυτές έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση της αναγνώρισης των σκοτεινών σελίδων του επίμαχου παρελθόντος τους.

Έγινε, νομίζω, φανερό ότι η εκπαίδευσή μας είναι όχι μόνο ανέτοιμη να αντιμετωπίσει το νεοναζιστικό φαινόμενο, αλλά και ότι διατηρεί και συντηρεί ιδεολογικά χαρακτηριστικά που εν δυνάμει ενισχύουν τέτοιου είδους ιδεολογίες. Βέβαια, είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικό το γεγονός ότι πανεπιστημιακά τμήματα, όπως το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και το Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, ή επιστημονικοί σύλλογοι εκπαιδευτικών, όπως οι Σύνδεσμοι Φιλολόγων περιοχών της Αθήνας, της Καβάλας, της Καστοριάς, της Κομοτηνής, του Αγίου Νικολάου, της Μεσσηνίας, των Τρικάλων, της Λάρισας (και ακολουθούν άλλοι), έπαψαν να περιμένουν πρωτοβουλίες της παιδαγωγικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας και οργανώνουν σεμιναριακές συναντήσεις επιμορφωτικού χαρακτήρα που έχουν ως στόχο την επιστημονική και παιδαγωγική κατάρτιση των εκπαιδευτικών στη διαχείριση συγκρουσιακών και επίμαχων ιστορικών ζητημάτων. Ωστόσο, προκαλεί εύλογη απορία το γεγονός ότι το επίσημο κράτος δια των φορέων του όχι μόνο δεν στηρίζει τέτοιες πρωτοβουλίες, αλλά και αποφεύγει να συγκροτήσει ανάλογα εκπαιδευτικά προγράμματα παρά την επανειλημμένα εκπεφρασμένη κραυγή απόγνωσης των εκπαιδευτικών μας...

Στην κατεύθυνση αυτή κινείται και η παρούσα έκδοση («Κριτικές Προσεγγίσεις του Ναζιστικού Φαινομένου. Από την ιστοριογραφία και την πολιτική θεωρία στη σχολική ιστορική μάθηση», επιμέλεια έκδοσης Α. Παλληκίδης, εκδόσεις Επίκεντρο), μια συλλογική δουλειά εκπαιδευτικών της Δευτεροβάθμιας και Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, η οποία προσεγγίζει τις ποικίλες πτυχές του ναζιστικού φαινομένου τόσο σε θεωρητικό επίπεδο (Α΄μέρος ) όσο και σε πρακτικό (Β΄μέρος - διδακτικές προτάσεις), όπως αναλυτικά και διεισδυτικά παρουσιάζεται από τον Κώστα Μπακάλη, μέλος του Δ.Σ. του Συνδέσμου Φιλολόγων Καστοριάς. Τον ευχαριστούμε από βάθους καρδιάς, όπως και όλους τους μάχιμους και κατασυκοφαντημένους, στις μέρες μας, εκπαιδευτικούς που δίνουν καθημερινό αγώνα για καλλιέργεια κριτικής σκέψης και ανάπτυξη υγιούς ιστορικής και πολιτικής συνείδησης στους μαθητές μας.

Καβάλα, 12/2/2014

Ο Άγγελος Παληκίδης είναι Λέκτορας Διδακτικής της Ιστορίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Πηγή: tvxs.gr, 14-2-2014

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο