Νόμπελ Λογοτεχνίας 2012

Στον κινέζο Μο Γιάν το Nομπέλ Λογοτεχνίας 2012

Tο βιβλίο του «Oι κόκκινοι αγροί» (1987) του δημιούργησε προβλήματα με τη λογοκρισία ενώ μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ζανγκ Γιμού

O κινέζος συγγραφέας Μο Γιάν (Mo Yan) που βραβεύτηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας 2012 γεννήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1955 και θεωρείται ένας από τους πιο γνωστούς κινέζους συγγραφείς.

Στη Δύση είναι γνωστός για δύο μυθιστορήματά του που αποτέλεσαν και τη βάση για την κινηματογραφική ταινία Red Sorghum, σε σκηνοθεσία Ζανγκ Γιμού.

O Μο Γιαν γεννήθηκε το 1955 στην επαρχία Σαντόνγκ της βορειοανατολικής Κίνας από μια φτωχή οικογένεια που μετά βίας μπόρεσε να μεγαλώσει τα τέσσερά της παιδιά.

Το 1976 κατατάχτηκε εθελοντικά στο Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό όπου και σπούδασε βιβλιοθηκάριος.

Το 1981 δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα "Βροχή που πέφτει μια ανοιξιάτικη νύχτα".

Ακολούθησε το βιβλίο του "Oι κόκκινοι αγροί" (1987) που άρχισε να του δημιουργεί προβλήματα με τη λογοκρισία και το οποίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ζανγκ Γιμού.

Το επόμενο μυθιστόρημά του "Oι μπαλάντες του σκόρδου" (1988) απαγορεύτηκε, γεγονός που οδήγησε τον Γιαν να παραιτηθεί από το στρατό.

Τα βιβλία του "Η δημοκρατία του κρασιού" (2001) και "Μεγάλα στήθη και φαρδιές περιφέρειες" (2003) είχαν επίσης προβλήματα με τη λογοκρισία.

Παρά τις προτάσεις που είχε από τη Δύση, ο Μο Γιαν δεν εγκατέλειψε ποτέ την Κίνα.

Το τελευταίο του μυθιστόρημα έχει τίτλο « Η ζωή και ο θάνατος με φθείρουν» και είναι μια πολιτική αλληγορία.

Τα κινέζικα μέσα υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό την βράβευση του Μο Γιαν θυμίζοντας ότι ποτέ κανένας κινέζος συγγραφέας δεν τιμήθηκε με Νομπέλ Λογοτεχνίας. Τον Γκάο Χσινγιανκ, που τιμήθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 2000 δεν τον θεωρούν κινέζο, αφού έχει φύγει από την Κϊνα το 1987 και είναι πολιτογραφημένος Γάλλος.

Ο Μο Γιαν που είναι αντιπρόεδρος της Εταιρείας των Συγγραφέων της Κίνας έχει τους δικούς του αντιπάλους αφού πολλοί τον θεωρούν συμβιβασμένο και δεν του συγχωρούν ότι συμμετείχε σε ένα χειρόγραφο προς τιμήν του Μάο Τσε Τουγκ. Οι υποστηρικτές του αντίθετα τονίζουν την προσήλωση του στην παράδοση, το κριτικό του πνεύμα και την δυνατότητα να μιλάει για το σήμερα. Ο Μο Γιαν είχε δώσει το στίγμα του σε μια ομιλία του, το 2009, στη Διεθνή Έκθεση της Φρανκφούρτης, όταν η Κίνα ήταν τιμώμενη χώρα: «Ο συγγραφέας πρέπει να εκφράζει την σκοτεινή πλευρά της κοινωνίας και την ασκήμια της ανθρώπινης φύσης αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνεται με ενιαίο τρόπο. Κάποιοι μπορεί να τον θέλουν να φωνάζει στον δρόμο αλλά θα πρέπει να ανέχονται κι αυτούς που κρύβονται στα δωμάτια τους και χρησιμοποιούν τη λογοτεχνία για να εκφράσουν τις απόψεις τους».

Γιάννης Μπασκόζος, Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 11/10/2012



Μο Γιαν σημαίνει «μη μιλάς»

Ο συγγραφέας της μετα-μαοϊκής εποχής και εκφραστής του κινεζικού μοντερνισμού σηματοδοτεί με το έργο του το πέρασμα από την παλιά στη νέα Κίνα
Εικόνα
Φωτορεπόρτερ που βρίσκονται στη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου της Φραγκφούρτης φωτογραφίζουν βιβλία του Μο Γιαν δευτερόλεπτα μετά τη βράβευσή του με το εφετινό Νομπέλ Λογοτεχνίας


Το 1904 στην Ιατρική Ακαδημία του Σεντάι της Ιαπωνίας φοιτούσε κάποιος νεαρός Κινέζος ονόματι Τζου Σουρέν. Μια μέρα ένας από τους καθηγητές πρόβαλε στους φοιτητές την εικόνα ενός Κινέζου που με τα χέρια δεμένα στην πλάτη τον πήγαιναν για εκτέλεση. Ο Κινέζος είχε καταδικαστεί ως κατάσκοπος των Ρώσων κατά τη διάρκεια του ρωσο-ιαπωνικού πολέμου (1904-1905). Γύρω του υπήρχαν και άλλοι Κινέζοι που παρατηρούσαν το φαινόμενο απαθείς.
Αυτή η εικόνα προκάλεσε τέτοιο σοκ στον Τζου Σουρέν που αποφάσισε να εγκαταλείψει τις σπουδές του στην Ιατρική προκειμένου να βοηθήσει τους συμπατριώτες του να «θεραπευτούν από τις πνευματικές τους αρρώστιες». Ο Τζου Σουρέν υιοθέτησε το ψευδώνυμο Λου Χσουν και από τότε με τα διηγήματα, τα δοκίμια και τα άρθρα του, ως το 1936 που πέθανε, αναδείχθηκε ηγετική μορφή της κινεζικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα.
Τα πολιτικά κείμενα κατά κύριο λόγο του Λου Χσουν άσκησαν βαθιά επίδραση στο έργο του Μο Γιαν (γενν. 1955) τον οποίο εφέτος η Σουηδική Ακαδημία τίμησε με το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας. Η σύγχρονη κινεζική πεζογραφία, όπως άλλωστε και η ποίηση, έχει βέβαια αρχίσει να γίνεται γνωστή στον δυτικό κόσμο - απόδειξη ότι αυτό είναι το δεύτερο βραβείο Νομπέλ με το οποίο τιμάται μέσα σε 22 χρόνια. Φυσικά δεν γεννάται θέμα σύγκρισης ανάμεσα στον πρώτο νικητή τού 2000, τον Γκουάν Χσινγκγιάν, έναν μέτριο συγγραφέα, και στον Μο Γιαν. Ο δεύτερος είναι πεζογράφος πρώτης γραμμής και τέσσερα βιβλία του τουλάχιστον, τα Η ζωή και ο θάνατος με φθείρουν, Μεγάλα στήθη και φαρδιές περιφέρειες, Η δημοκρατία του κρασιού και Οι μπαλάντες του σκόρδου (το τελευταίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη), είναι πεζογραφήματα πρώτης γραμμής.

Ιστορία και παράδοση
Η υποδοχή των έργων του Μο Γιαν στη Δύση την τελευταία δεκαπενταετία υπήρξε ενθουσιώδης, με αποτέλεσμα να επιχειρείται η σύγκρισή του με τον κυριότερο εκπρόσωπο του λατινοαμερικανικού μαγικού ρεαλισμού, τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ορισμένοι μάλιστα να θεωρούν ότι η επίδραση του τελευταίου στο έργο του είναι καθοριστική. Αλλά ο Μο Γιαν βγαίνει από μια τεράστια παράδοση. Πρώτον, από το κίνημα της 4ης Μαΐου 1919. Τότε σημειώθηκε μια τεράστια διαδήλωση φοιτητών στο Πεκίνο εναντίον της Συνθήκης των Βερσαλλιών με αντι-ιμπεριαλιστικό, πολιτικό και πολιτιστικό χαρακτήρα, που σήμανε τον ριζοσπαστισμό και την ανανέωση της κινεζικής λογοτεχνίας.
Δεύτερον, από τη δυναστική παράδοση της χώρας και την απίστευτη πληθώρα των μύθων της. Λ.χ., στο πλέον πολιτικό και αιχμηρό μυθιστόρημά του, το Η ζωή και ο θάνατος με φθείρουν, ο Μο Γιαν στήνει με βάση τη θεωρία της μετενσάρκωσης έναν πανίσχυρο πολιτικό μύθο καλύπτοντας μια ιστορική περίοδο 50 ετών, από το 1950 ως το 2000, που ορίζει τη γέννηση και την εξέλιξη της σύγχρονης Κίνας. (Ενώ ένα άλλο βιβλίο του, το Μεγάλα στήθη και φαρδιές περιφέρειες, καλύπτει το πρώτο μισό του 20ού αιώνα.)
Στο Η ζωή και ο θάνατος με φθείρουν ένας γαιοκτήμονας ονόματι Χσιμέν Νάο βρίσκεται την 1η Ιανουαρίου 1950 στην Κόλαση. Εκεί ο άρχων του Κάτω Κόσμου Αφέντης Γιάμα τον δικάζει και για τιμωρία τον στέλνει πίσω στο κτήμα του, που τώρα έχει μοιραστεί στους ακτήμονες, υπό μορφή όμως γαϊδάρου. Ο Χσιμέν παραμένει ως γάιδαρος επί δέκα χρόνια και υφίσταται πλείστες ταπεινώσεις, χειρότερη από τις οποίες είναι πως ο παλιός του έμπιστος Λαν Λιάν έχει παντρευτεί την παλλακίδα του. Ο γάιδαρος σκοτώνεται στη διάρκεια του Μεγάλου Αλματος και μετενσαρκώνεται στη συνέχεια σε βόδι, έπειτα σε σκύλο, κατόπιν σε μαϊμού και τέλος σε παιδί. Καθεμιά από τις πέντε μετενσαρκώσεις του αντιστοιχεί σε μια δεκαετία όπου συμβαίνουν μεγάλες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές αλλαγές. Το 2000 λοιπόν το παιδί αυτό, εναλλακτικά με τον Λαν Λιάν, μας αφηγείται την ιστορία που προηγήθηκε.
Το πέρασμα από την παλαιά στη νέα Κίνα (αυτή που δημιουργήθηκε μετά τις μεταρρυθμίσεις του Ντενγκ Χσιαοπίνγκ) το σηματοδοτεί μια σκηνή στο τέλος του βιβλίου, όπου με σαρδόνιο τρόπο ο συγγραφέας βάζει κάποιους από τους χαρακτήρες του να οδηγούν BMW, ενώ άλλοι κυκλοφορούν με τα μαλλιά βαμμένα ξανθά ή με έναν χρυσό χαλκά περασμένο στη μύτη. Δυσκολεύεται κανείς να πιστέψει ότι το μυθιστόρημα αυτό ο συγγραφέας το έγραψε μέσα σε 43 ημέρες - και μάλιστα με τον παραδοσιακό τρόπο, δηλαδή πάνω σε ρυζόχαρτο και χρησιμοποιώντας πινέλο και σινική μελάνη.

Κριτική και «κινηματογραφική» ματιά
Η κριτική ματιά του Μο Γιαν δεν είναι αρκετή για κάποιους αντικαθεστωτικούς. Η κριτική όμως που ασκεί ένας συγγραφέας μέσα από το έργο του είναι πολύ σημαντικότερη. Πώς αφηγείται μια ιστορία κάποιος που έχει μετενσαρκωθεί σε ζώο πέντε φορές - και τι αφηγηματικές προκλήσεις συνεπάγεται αυτό το απίστευτο εύρημα; Ο Μο Γιαν δεν πρέπει να συγκρίνεται με τον Οργουελ της Φάρμας των ζώων. Εδώ το στοιχείο της μεταμόρφωσης είναι συνεχές και στην πραγματικότητα, στο μέσον περίπου της αφήγησης, οι άνθρωποι συμπεριφέρονται λες και έχουν εντελώς αποκτηνωθεί. Το στοιχείο της βίας ωστόσο είναι κυρίαρχο σε όλο το έργο του Μο και μετριάζεται μόνο από την ικανότητά του να διακωμωδεί το παρόν, ακόμη και τον ίδιο τον εαυτό του, προσόν μόνο των προικισμένων και των ιδιοφυών.
Δύο ταινίες του Ζαν Γιμού, οι «Κόκκινοι αγροί» και οι «Ευτυχισμένες στιγμές», είναι βασισμένες σε ισάριθμα έργα του Μο Γιαν. Η πρώτη στο μυθιστόρημα Κόκκινο σόργο (στα κινέζικα το σόργο λέγεται καολιάνγκ τζιου, από το οποίο παράγεται ένα δυνατό ποτό) και η δεύτερη στη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο Σιφού: Τα πάντα για ένα γέλιο. Ελπίζουμε ότι θα μεταφραστούν σύντομα και στα ελληνικά.

Βιστωνίτης Αναστάσης, ΤΟ ΒΗΜΑ, 14/10/2012

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο